ΠΕΖΟ
184 σελίδες

ISBN
978-960-572-009-4

Α’ Έκδοση
2013

Εκδόσεις
Ίκαρος

Ο κύριος Σίλβερστιν

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ

[…]
Είχε αργήσει. Δεν ήταν ο τύπος του ανθρώπου που αργούσε. Ο νεαρός αρχιτέκτονας μπήκε στο μικρό βιβλιοπωλείο της Έιντζελ Στριτ, με τον καφέ και το μπέιγκλ, που αγόρασε από ένα βενζινάδικο, στο χέρι. Το λευκό του πουκάμισο, μούσκεμα από τον ιδρώτα, ενοχλητικά διάφανο, είχε κολλήσει πάνω του. Τα μαλλιά του ήταν αχτένιστα, το δέρμα του έκαιγε. Δεν ήταν όμως μονάχα από τη ζέστη, την ανυπόφορη υγρασία της Νέας Αγγλίας, που παρουσίαζε αυτή την αξιοθρήνητη εικόνα. Η διαδρομή από το διαμέρισμά του στο βιβλιoπωλείο που δούλευε για το καλοκαίρι δεν ήταν παρά ένα τέταρτο με τα πόδια.
«Στηβ, νιώθεις καλά;» τον ρώτησε η Μέγκ, μια στρουμπουλή αμερικανίδα, μόνιμη υπάλληλος του βιβλιοπωλείου.
«Όχι και πολύ», της είπε μέσα από τα δόντια. Έσκυψε πίσω από τον πάγκο του ταμείου και πέταξε τον καφέ και το χάρτινο σακουλάκι με το μπέιγκλ στα σκουπίδια, άθιχτα. Το στομάχι του ήταν ένας δεμένος κόμπος.
Για πρώτη φορά, ύστερα από έναν χρόνο που ήταν μαζί, είχε ξυπνήσει χωρίς την Κέιτι πλάι του, με τη μεριά του κρεβατιού της αδειανή, το σεντόνι ατσαλάκωτο, το μαξιλάρι της χωρίς τη μυρωδιά της. Δεν είχε ακούσει τον ήχο του νερού να τρέχει στο μπάνιο ενώ εκείνος προσπαθούσε να ξεκλέψει μερικά ακόμη λεπτά ύπνου, δεν είχε μυρίσει τον φρέσκο καφέ να γίνεται όσο ντυνόταν, δεν του είχε φωνάξει το απλό, αλλά τόσο οικείο της «γειά», κλείνοντας απαλά την πόρτα πίσω της. Είχε ξυπνήσει σ’ ένα άδειο διαμέρισμα. Και γι’ αυτό ήταν εκείνος υπεύθυνος.
Στο ξαφνικό άγγιγμα που ένιωσε στην πλάτη γύρισε σαστισμένος
[…]

Το διήγημα “Ο κύριος Σίλβερστιν” συμπεριλαμβάνεται στη συλλογή ΓΙΑ ΜΙΑ ΕΠΕΤΕΙΟ, ΙΚΑΡΟΣ.

Α’ Έκδοση
Μεταίχμιο

Αρ.984: Crocus Simonidyi

[ Αν ξεκινούσε με το χάραμα, την επομένη θα προλάβαινε να αποτελειώσει τις δουλειές που της έμειναν στον κήπο, να ετοιμάσει το φαγητό για το μεσημεριανό γεύμα και να στολίσει τα βάζα με φρεσκοκομμένες φρέζιες, προτού ξεκινήσει για το λιμάνι να παραλάβει τους καλεσμένους της. Ήταν άνοιξη κι ο δρόμος από την Ντελαγκράτσια ως την Ερμούπολη δεν είχε την κίνηση του καλοκαιριού, πράγμα που θα της έδινε μια πρόσθετη ανάσα χρόνου. Κούφωσε τα παντζούρια της κρεβατοκάμαρας, αφήνοντας τα παράθυρα ανοιχτά, τράβηξε από μέσα τη δαντελένια κουρτίνα, στοίβαξε πρόχειρα πάνω στην πολυθρόνα τα ρούχα που είχε προβάρει κι απορρίψει, ενώ στήριξε στο χερούλι της ντουλάπας την κρεμάστρα με το αγαπημένο της γαλάζιο μεταξωτό πουκάμισο και το μπεζ λινό παντελόνι, πιο κατάλληλα για την περίσταση, για να είναι φρέσκα κι ατσαλάκωτα. Κι ύστερα, η κυρία Νέλλη πλάγιασε εξουθενωμένη.

Το σπίτι το είχε βάλει σε τάξη κι είχε ήδη φροντίσει να προμηθευτεί τα ψώνια για το μαγείρεμα. «Αύριο περιμένω κάτι σπουδαίους μουσαφιραίους», είχε δηλώσει με συγκρατημένη περηφάνια στον ψαρά το πρωί, όταν κατέβηκε στην πόλη. Όμως τίποτα που της έδειξε δεν της φάνηκε αντάξιό τους. «Έρχονται από την Αθήνα ως τη Σύρο για μια πολύ σημαντική συνάντηση, δεν μπορώ να τους βγάλω ό,τι να ’ναι». Και προχώρησε λίγο παρακάτω, στον χασάπη στην αγορά, όπου σκυμμένη για ώρα πάνω από το ψυγείο κατέληξε πως το σοφότερο θα ήταν να μαγειρέψει κάτι που ήξερε να το κάνει καλά. Δεν ήταν ο τύπος της γυναίκας που ξεχείλιζε από αυτοπεποίθηση ή που είχε το θάρρος να εκφέρει ισχυρές απόψεις για ετούτο ή το άλλο. Δεν έπαιρνε επικίνδυνες αποφάσεις. Ένα κοκκινιστό στην κατσαρόλα με ρύζι, που πάντα το πετύχαινε, ήταν τουλάχιστον μια σίγουρη λύση.

Η αυριανή μέρα θα ήταν συγκλονιστική, σκέφτηκε καθώς πλάγιασε. Η κυρία Νέλλη είχε κάνει εδώ και λίγο καιρό μια μικρή ανακάλυψη η οποία, προς μεγάλη της κατάπληξη, πυροδότησε ένα αναπάντεχο ενδιαφέρον στο πρόσωπό της, και μάλιστα έξω από τη μικρή της κοινότητα. Το ενδιαφέρον αυτό κατέληξε στο πιο συγκλονιστικό από όλα: την επομένη θα ερχόταν στη Σύρο, ειδικά για εκείνη, μια Αγγλίδα δημοσιογράφος για να της πάρει συνέντευξη, μαζί με έναν φωτογράφο, Εγγλέζο κι αυτόν. Η μόνη από το νησί στην οποία το είχε πει ήταν η ιδιοκτήτρια του μικρού βιβλιοπωλείου στην αρχή της Ερμούπολης, που ήταν χρόνια φίλη της. Το πρωί μάλιστα, αφού αγόρασε το κρέας, είχε περάσει από το μαγαζί της να πιουν έναν καφέ και να της εκφράσει την αγωνία που την ταλάνιζε εξαιτίας της επικείμενης συνέντευξης, «να, εδώ στο στήθος, νιώθω ένα συνεχές φτερούγισμα», της είχε παραπονεθεί, χτυπώντας με μαλακές γροθιές το στέρνο της. Η φίλη της την καθησύχασε: «Μια χαρά θα τα πας, είμαι σίγουρη πως όλα θα πάνε καλά». Τα λόγια και το χαμόγελό της τής μετέδωσαν ένα ψήγμα σιγουριάς. Φεύγοντας η κυρία Νέλλη, παρότι η φίλη της γνώριζε ήδη τα γεγονότα που θα εξιστορούσε στη δημοσιογράφο, της δήλωσε με ενθουσιασμό: «Ανυπομονώ να διαβάσω τη συνέντευξη. Σκέψου τι κουβέντα θα γίνει στο νησί!». Και η κυρία Νέλλη, κολακευμένη, επέστρεψε στο λιμάνι που είχε παρκάρει το πράσινο ντεσεβό της, έβαλε μπρος τη μηχανή και παίρνοντας μια βαθιά ανάσα άφησε να σκάσει ένα σφιχτό χαμόγελο ικανοποίησης στα χείλη. …]

Το διήγημα Αρ.984: Crocus Simonidyi συμπεριλαμβάνεται στον συλλογικό τόμο Ο Πρώτος Σταθμός, Μεταίχμιο.

Α’ Έκδοση
Lifo

Αστυπάλαια: Πίσφουλ

Μια μικρή καλοκαιρινή ιστορία για την Αστυπάλαια, από την Ντορίνα Παπαλιού

Κρατούσε το εισιτήριο σφιχτά στο χέρι. Λανθασμένα είχε πιστέψει πως αυτό που θα ένιωθε, όταν ερχόταν η στιγμή, ήταν θρίαμβος. Η ενδόμυχη απελπισία που αδιάλειπτα την κυνηγούσε, για λίγες στιγμές έστω, θα υποχωρούσε, γιατί τελικά, τα είχε καταφέρει. Η ζωή τής είχε φερθεί καλά – είχε σωθεί. Και τώρα είχε ταξιδέψει από την Καλιφόρνια στην Αθήνα, με μοναδικό σκοπό να μεταβεί από κει σε ένα μέρος για το οποίο δεν γνώριζε τίποτα πέρα από τη θέση του στον χάρτη, ένα μικρό νησί σε σχήμα πεταλούδας, και μια λέξη: «Πίσφουλ». Έτσι της το είχε περιγράψει κάποτε εκείνος. Της αρκούσε, όλα αυτά τα χρόνια, τώρα. Κοίταξε τον κόσμο γύρω της στο λιμάνι, που περίμενε το ίδιο βαπόρι με ‘κείνην. Κι έπειτα εστίασε στο εισιτήριο, το λεπτό χαρτάκι με την ημερομηνία 20-06-2013. Από κάτω, το όνομα του νησιού ήταν γραμμένο στα ελληνικά, μια γλώσσα που δεν ήξερε να διαβάσει, και στα αγγλικά, μια γλώσσα που έμαθε να διαβάζει. Κι αναρωτήθηκε, σε ποιον τόπο θα την οδηγούσε;

Ήταν δώδεκα χρόνων όταν στην αυλή του αρχαιολογικού μουσείου της Καμπούλ συνάντησε τον άντρα με το λευκό λινό κουστούμι και το φρεσκοξυρισμένο πρόσωπο. Είχε τη βαλίτσα του ακουμπισμένη πλάι του και κάπνιζε ένα τσιγάρο. Ήξερε πως είχε έρθει με μια ομάδα αρχαιολόγων που τώρα έφευγαν, όπως πολλοί ξένοι στην πόλη. Ο πατέρας της δούλευε στο μουσείο και συχνά, όταν δεν είχε σχολείο, της άρεσε να πηγαίνει μαζί του. Εκεί μόνο τύχαινε να συναντήσει κάποιον ξένο. «Γουέρ γιου φρομ;» τον ρώτησε. «Γκρις» της απάντησε εκείνος. Δεν χρειάστηκε να βγάλει το σημειωματάριό της να την καταγράψει, για να ζητήσει αργότερα από τον πατέρα της να της την μεταφράσει κι έπειτα να τρέξει να την αναζητήσει στον χάρτη, όπως έκανε με άλλους ξένους. Την είχε ακουστά αυτήν τη χώρα του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Την ήξερε στη γλώσσα της, την αναγνώριζε στα αγγλικά. «Οι γονείς μου είναι από την Κανταχάρ» του είπε στην παστού. Εκείνος της χαμογέλασε κι ύστερα έσκυψε και την κοίταξε στα μάτια. Δεν μίλαγε παστού ο άντρας, αλλά πρέπει να κατάλαβε το νόημα της φράσης της, γιατί αυτό που της ψιθύρισε, στα αγγλικά, μια γλώσσα που δεν μίλαγε ούτε εκείνη, πρέπει να ήταν ότι έμοιαζε με Ελληνίδα. Όχι γιατί στ’ αλήθεια έμοιαζε, αλλά πιθανότερα πειραχτικά, επειδή καταγόταν από την Κανταχάρ, την πόλη που ίδρυσε ο Μέγας Αλέξανδρος. Ασυναίσθητα κατέβασε το βλέμμα της. Σε λίγους μήνες δεν θα μπορούσε να μοιάζει παρά μόνο με Αφγανή, όταν θα φορούσε τη μαντίλα. Ο άντρας έσβησε το τσιγάρο στο χώμα κι έβγαλε από την τσέπη το πορτοφόλι του. Από μέσα ανέσυρε μια καρτ ποστάλ. Της έγνεψε να πλησιάσει. Έτεινε το χέρι του κι εκείνη την άρπαξε. Είδε ένα βουνό, που καθόλου δεν θύμιζε τα βουνά που γνώριζε, του Αφγανιστάν. Στην κορυφή του είχε ένα χωριό από μικρά λευκά σπίτια. Έμοιαζε προστατευμένο εκεί ψηλά. Πρέπει να ήταν σημαντική η καρτ ποστάλ, σκέφτηκε, να την είχε καιρό μαζί του. Ήταν τσαλακωμένη με τον τρόπο που μόνο ο χρόνος τσακίζει τα πράγματα. Κι από πίσω, σε μια γλώσσα που δεν διάβαζε, κάτι ήταν γραμμένο. Ήταν η δική του Κανταχάρ; Ή κάτι άλλο; Ο άντρας κάτι της είπε. Όχι ψιθυριστά, αλλά σαν να μονολογούσε. Δεν μπόρεσε να μαντέψει αυτήν τη φορά. Αλλά από τα λόγια του συγκράτησε μια λέξη, γιατί ο άντρας την επανέλαβε δυο-τρεις φορές, σαν να την παρακινούσε να τη συγκρατήσει: «Πίσφουλ». Υπέθεσε πως ήταν η λέξη που έκρυβε μέσα της την ουσία αυτού του μέρους που κοιτούσε μαγεμένη. Όταν ο άντρας άπλωσε το χέρι του, εκείνη τραβήχτηκε, δεν θέλησε να την αποχωριστεί. Και της την άφησε. Δεν ήξερε τι σήμαινε αυτή η λέξη, ούτε στα αγγλικά ούτε στη γλώσσα της, όταν αργότερα την ίδια μέρα την κοίταξε στο λεξικό. Στο Αφγανιστάν η λέξη «πίσφουλ» δεν σήμαινε κάτι γνώριμο.

Το επόμενο πρωί εισέβαλαν τα σοβιετικά στρατεύματα. Λίγες μέρες μετά οι γονείς της σκοτώθηκαν σε μια έκρηξη. Στο σπίτι του θείου της, που την πήρε κοντά του, κάθε βράδυ, πριν κοιμηθεί, κοίταζε την εικόνα του λευκού χωριού πάνω στον απόκρημνο βράχο κι ύστερα έκρυβε την καρτ ποστάλ κάτω από το μαξιλάρι. Οι ένοπλες δυνάμεις ανταρτών Μουτζαχεντίν αντιστάθηκαν στους Σοβιετικούς μέχρι το ’89, που αποχώρησαν. Αλλά τότε άρχισε να υπερισχύει το ισλαμικό φονταμενταλιστικό κίνημα των Ταλιμπάν. Κι όταν το ’96 κατέλαβαν την Καμπούλ κι επέβαλαν το καθεστώς τους, συνέλαβαν κι εκτέλεσαν τον θείο της. Οι κατηγορίες ήταν ανυπόστατες. Ήταν πολύ μεγαλύτερη πια, αλλά καθόλου η σοφία της ηλικίας της δεν τη βοήθησε να ερμηνεύσει την αδικία γύρω της. Στο φορτηγό με το οποίο διέφυγε στο Πακιστάν, αντίθετα από τους άγνωστους που ήταν στριμωγμένοι πλάι της, που ονειρεύονταν την Αμερική, εκείνη, το μόνο μέρος πάνω στη Γη που αποζητούσε, ήταν εκείνο το λευκό χωριό της καρτ ποστάλ που είχε ακόμη φυλαγμένη. Είχε μάθει αγγλικά και είχε διαβάσει το όνομά του: Αστυπάλαια.

Ο κόσμος έμπαινε στο βαπόρι βιαστικά. Κοίταξε το μικρό λεπτό χαρτάκι που κρατούσε. Ξαναδιάβασε: 20-06-2013. Ήθελε πολύ να ακολουθήσει τη διαδρομή που όριζε. Ποια, όμως, ήταν η Αστυπάλαια που θα συναντούσε; Πώς μπορούσε ποτέ να συγκριθεί με τις αμέτρητες πιθανές Αστυπάλαιες στις οποίες ονειρεύτηκε να φτάσει, εκείνες της νεαρής της ηλικίας, τώρα μιας σαραντάρας γυναίκας. Το λεπτό χαρτάκι που κρατούσε ήταν ξαφνικά βαρύ. Δεν μπορούσε παρά να την οδηγήσει σε ένα μονάχα ταξίδι. Η εμπειρία της, η ανάμνηση που αργότερα θα κουβαλούσε, θα είχε μολύνει το μέρος που ονειρεύτηκε. Κι εκείνο το άλλο μέρος, της φαντασίας της, ίσως να έπαυε να υπάρχει. Χαλάρωσε το σφίξιμό της και άφησε τον αέρα να το παρασύρει στη θάλασσα.

Για την Αστυπάλαια που αναζητούσε δεν υπήρχε εισιτήριο.

ISBN
978-960-04-3826-0

Eκδόσεις
Κέδρος, 2008

Σπουδή στο Πράσινο

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ

[…]
“Το ερώτημα αν η απόφαση να εργαστεί πλάι του ήταν η σοφότερη για το ξεκίνημα μιας καριέρας στην ιατρική τον βασάνιζε όλο και περισσότερο. Στην επιτυχία της καριέρας αυτής βάσιζε τις ελπίδες του κάποια στιγμή να ασχοληθεί με σοβαρότητα και με τη μεγάλη του αγάπη, το γράψιμο. Λίγο πριν τα είκοσί του, είχε δημοσιεύσει ένα σύντομο διήγημα σε ένα περιοδικό για λίγα σελίνια. Η ικανοποίηση ήταν μεγάλη. Προς το παρόν όμως είχε προτεραιότητα η ιατρική.

Την περασμένη χρονιά, ο Ντόιλ την είχε περάσει εργαζόμενος ως γιατρός σε εμπορικό ατμόπλοιο που ταξίδευε μπρος πίσω στα δυτικά παράλια της Αφρικής. Όμως, έπληττε τόσο που, με την πρώτη επιστροφή του ατμόπλοιου σε λιμάνι της Αγγλίας, εγκατέλειψε το πόστο του. Σε αντίθεση με τη χρονιά που δούλεψε ως γιατρός-χειρουργός σε φαλαινοθηρικό στην Αλάσκα, δεν ένιωθε την παραμικρή πρόκληση. Όχι ότι εκεί χρειάστηκε να επιστρατεύσει στα σοβαρά τις ιατρικές του γνώσεις, όμως το κυνήγι της φάλαινας ήταν από τις πιο συναρπαστικές του εμπειρίες. Τα χρήματα, παρ’ όλα αυτά, ήταν ελάχιστα και στις δυο δουλειές και την εμπειρία του βαποριού δεν επιθυμούσε να την επαναλάβει σε καμιά της εκδοχή. Να ανοίξει ιατρείο μόνος του, στο Εδιμβούργο, αν και ακουγόταν πιο σοφό, δεν ήταν εύκολο. Τα νοίκια ήταν τεράστια–ακόμη δεν είχε δική του πελατεία–και το ρίσκο να βρεθεί υπερχρεωμένος μεγάλο. Κι έτσι έμενε, προσωρινά, κολλημένος με τον Μπουντ…

Από τις αδιέξοδες σκέψεις του τον διέκοψε η επιστροφή στον προθάλαμο της κοπέλας με το πράσινο φόρεμα. Κάθισε στον πάγκο αναμονής φανερά εξαντλημένη, σαν να μην τη βαστάγανε τα πόδια της. Το χλομό και μελαγχολικό της πρόσωπο ήταν ασυνήθιστα όμορφο και τα γεμάτα χείλη της σφιγμένα, με τον τρόπο που συμβαίνει μονάχα όταν το σώμα πονάει. Από τη στάση της, ο Ντόιλ υπέθεσε πως υπέφερε από έντονο πόνο στο στομάχι. Κάθε λίγο ένας σπασμός αγρίευε το λεπτοκαμωμένο πρόσωπό της. «Από τι πάσχει άραγε αυτή η θλιμμένη ύπαρξη; Κάποια μορφή γαστρεντερίτιδας;» αναρωτήθηκε ο Ντόιλ παρατηρώντας την από τη θέση του με όλο και μεγαλύτερη περιέργεια.

Έβγαλε ένα χαρτί από το συρτάρι του και, για να στρέψει αλλού την προσοχή του, βούτηξε την πένα του στο μελάνι και άρχισε να σημειώνει κάτι σχετικό με την περίπτωση ενός προηγούμενου ασθενή. Αλλά η κοπέλα δεν έφευγε από τη σκέψη του. «Ποιος ξέρει τι ματζούνια της ετοιμάζει ο Μπουντ», σκέφτηκε και ένιωσε ένα νέο κύμα οργής να φουντώνει μέσα του.”
[…]

Το διήγημα “Σπουδή στο Πράσινο” συμπεριλαμβάνεται στη συλλογή Ονόματα. Δεκατέσσερεις συγγραφείς γράφουν από μια ιστορία με αφορμή ένα διάσημο πρόσωπο. Η Ντορίνα Παπαλιού εμπνέεται από τον Σερ Άρθουρ Κόναν Ντόιλ και γράφει το διήγημα «Σπουδή στο Πράσινο» – μια φανταστική ιστορία που αναζητά τα ερεθίσματα που οδήγησαν τον Ντόιλ στη δημιουργία του διάσημου μυθιστορηματικού ντετέκτιβ Σέρλοκ Χολμς.

Καραγκιόζης: H μαγεία του θεάτρου σκιών

Το ταξίδι της τέχνης του Θεάτρου Σκιών στο χώρο και το χρόνο, από την Ανατολή στη Δύση κι από το παρελθόν στο παρόν. Κείμενα και πλούσιο φωτογραφικό, ηχητικό και βιντεοσκοπημένο υλικό, μεγάλο μέρος του οποίου δημοσιοποιείται για πρώτη φορά, συνθέτουν μια συνολική εικόνα του ελληνικού Θεάτρου Σκιών και των δημιουργών του.

Η πορεία ενός αγαπημένου ήρωα ξεδιπλώνεται από τις πρώτες εμφανίσεις του Καραγκιόζη στον ελλαδικό χώρο στα μέσα του 19ου αιώνα μέχρι σήμερα και εμπλουτίζεται με άγνωστα στοιχεία και καίριες αναφορές στο ιστορικό πλαίσιο.

Τέλος, με το παιχνίδι «Παίζουμε Καραγκιόζη;» όλα τα παιδιά, μικρά και μεγάλα, μπορούν να φτιάξουν φιγούρες, να στήσουν έναν μπερντέ και να δώσουν τη δική τους θεατρική παράσταση.

Εκδόσεις: Καστανιώτη, 2001

ISBN
960-328-055-0

Εκδόσεις
Ακρίτας, 1995

Άκου μια Ιστορία

Τις τελευταίες δεκαετίες έχει ξεκινήσει στη Δύση η αναβίωση της αρχαίας τέχνης του παραμυθά και του επικού τραγουδιστή – της τέχνης της προφορικής λογοτεχνικής δημιουργίας, της ιστόρησης. Με αφορμή αυτή την αναγέννηση, θέλησα να συγκεντρώσω ενδιαφέροντα κείμενα και συνεντεύξεις ειδικών που πραγματεύονται όχι τις ιστορίες, αλλά κυρίως τους παραδοσιακούς δημιουργούς τους και τους σύγχρονους ιστορητές.

Η παραδοσιακή τέχνη της προφορικής αφήγησης χάνεται μαζί με τον παραδοσιακό τρόπο ζωής και τον προφορικό πολιτισμό. Οι ιστορίες δεν επιβιώνουν από μόνες τους, αλλά λεγόμενες ξανά και ξανά από ικανούς ιστορητές. Επομένως, το κλειδί για μια ζωντανή προσέγγιση του φαινομένου της ιστόρησης είναι ο ίδιος ο ιστορητής: σε αυτόν αναφέρονται τα κείμενα αυτού του βιβλίου – τον ιστορητή, είτε ως παραδοσιακό τεχνίτη είτε ως σύγχρονο (neo-conteur).

Το βιβλίο το έχω χωρίσει σε  δύο μέρη. Το πρώτο εστιάζει στη μορφή του παραδοσιακού ιστορητή και περιλαμβάνει κείμενα του Βάλτερ Μπένγιαμιν, του διακεκριμένου Ιρλανδού λαογράφου Σάμουελ Ο’ Ντελάργκυ, του Δημητρίου Β. Οικονομίδη, της Ινδής ανθρωπολόγου Κίριν Νάραγιαν, καθώς και του Αμερικανοεβραίου ιστορητή Γιτζάκ Μπάξμπαουμ. Το δεύτερο μέρος είναι αφιερωμένο στο κίνημα της αναγέννησης της ιστόρησης, δηλαδή της επανεμφάνισης του ιστορητή ως επαγγελματία καλλιτέχνη στη Δύση τις τελευταίες δεκαετίες. Παρουσιάζονται οι απόψεις της Βρετανής Αϊλήν Κόλγουελ, μιας από τις πρωταρχικές μορφές της αναγέννησης, καθώς και τριών φημισμένων νέων ιστορητών: του Γαλλονορβηγού Αμπί Πατρίξ και των Βρετανών Μπεν Χάγκαρτυ και Πομ Κλαίυτον.

Η ελληνική πραγματικότητα φωτίζεται μέσα από κείμενα της εκπαιδευτικού Κούλας Κουλουμπή-Παπαπετροπούλου, του συγγραφέα και σκηνοθέτη Απόστολου Κ. Δοξιάδη, καθώς και του πρώτου Έλληνα νεοϊστορητή Στέλιου Πελασγού.

ISBN
960-412-175-8

Εικονογράφος
Kristina Kallai Nagy

Εκδόσεις
Παπαδόπουλος

Ο Μικρός Πρίγκιπας του Σκονισμένου Πλανήτη

Υποψήφιο στη Μικρή Λίστα, Κρατικό Βραβείο Εικονογράφησης Παιδικού Βιβλίου

Ο μικρός πρίγκιπας του σκονισμένου πλανήτη ένα πράγμα μισεί πάνω απ’ όλα: το μπάνιο. Θα μπορέσει, άραγε, ο διάσημος εφευρέτης Λέον ντα Βι να βρεί λύση;

Ένα παραμύθι που, με εύρημα την ιστορία της εφεύρεσης του πρώτου παπουτσιού σε έναν μικρό φανταστικό πλανήτη, αγγίζει έναν απλό οικολογικό προβληματισμό για τη δύναμη της τεχνολογίας.

Εικονογράφηση
Πέτρος Μπουλούμπασης

Εκδόσεις
Παπαδόπουλος, 2009

Όταν η Έλλη έγινε αόρατη

Yποψήφιο στη Μικρή Λίστα για το Βραβείο Παιδικού Εικονογραφημένου Βιβλίου, περιοδικό Διαβάζω

Όταν της μιλούσαν, η Έλλη σπάνια απαντούσε. “Μα πού έχει το μυαλό του αυτό το παιδί;” αναρωτιόντουσαν όλοι.

Κανείς δε γνώριζε πως η Έλλη, καβάλα στον κόκκινο φτερωτό της δράκο, πετούσε πάνω από χιονισμένες βουνοκορφές, δάση και κοιλάδες, παγωμένες λίμνες και άγριες θάλασσες…


“Η συγγραφέας εκμεταλλεύεται υποδειγματικά τις δυνατότητες της λογοτεχνίας στο πλαίσιο της όσμωσης της φαντασίας με την πραγματικότητα.” Περιοδικό Διαβάζω, τεύχος 498

ISBN
978-960-412-753-5

Illustrator
Μάρια Μπάχα

Publishing House
Παπαδόπουλος, 2007

Όταν ο Ζορό έφαγε την έκθεσή μου

Yποψήφιο στη Μικρή Λίστα για το Βραβείο Παιδικού Εικονογραφημένου Βιβλίου, περιοδικό Διαβάζω

Μπήκα στην τάξη αργοπορημένος και με τα ρούχα λασπωμένα. Η κυρία Σόνια με αγριοκοίταξε και μου ζήτησε την έκθεσή μου. «Δεν την έχω», είπα ξερά. «Την έκθεσή μου την έφαγε ο Ζορό».

Ποιoς είναι άραγε ο Ζορό; Και τι ακριβώς συνέβη;

ISBN
960-8309-54-9

Illustrator
Δωροθέα Λαμπρινοπούλου

Publishing House
Μελάνι, 2006

Η Μυστική Συνταγή του Πλάτωνα

Τον λένε Πλάτωνα, αλλά δεν είναι φιλόσοφος. Είναι ένα ποντικάκι που έφυγε από την Αθήνα κυνηγώντας ένα όνειρο: να γίνει διάσημος σεφ. Και πού πήγε; Στο Παρίσι, πού αλλού; Θα τα καταφέρει, άραγε, να πραγματοποιήσει το όνειρό του;

Αν ακολουθούμε τα όνειρά μας, όλα είναι πιθανόν να συμβούν.

ISBN
960-412-262-2

Εικονογράφος
Λήδα Βαρβαρούση

Εκδόσεις
Παπαδόπουλος, 2004

Το Μαγικό Τσουκάλι του Ορέστη

Ο μικρός Ορέστης δεν πίστευε σε μάγους και δράκους. Όχι, ούτε σε γίγαντες, νεράιδες και ξωτικά. Τι θα συμβεί, όμως, όταν συναντήσει το μαγικό τσουκάλι; Θα αλλάξει, άραγε, γνώμη όταν το πρώτο βράδι το τσουκάλι θα πηδήξει από τη θέση του, χοπ, χοπ, θα διασχίσει τα χωράφια και θα πάρει το μονοπάτι που οδηγεί στο παλάτι ενός παράξενου μάγου;